Μετάφραση του "wapen" σε Ελληνικά

Οι όπλο, εθνόσημο, οικόσημο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "wapen" σε Ελληνικά.

wapen noun verb neuter γραμματική

Een instrument voor aanval of verdediging in de strijd, zoals een vuurwapen, raket, of zwaard. [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • όπλο

    noun neuter

    Een instrument voor aanval of verdediging in de strijd, zoals een vuurwapen, raket, of zwaard. [..]

    Had Tom een wapen?

    Είχε όπλο ο Τομ;

  • εθνόσημο

    noun neuter

    In het midden van de munt is het wapen van Malta afgebeeld.

    Στο κέντρο του κέρματος απεικονίζεται το εθνόσημο της Μάλτας.

  • οικόσημο

    noun neuter

    In het midden van het muntstuk staat het wapen van het vorstenhuis.

    Το κεντρικό μέρος του κέρματος καταλαμβάνει το οικόσημο των Πριγκίπων με κυριαρχικό δικαίωμα.

  • όπλα

    noun n-p

    Had Tom een wapen?

    Είχε όπλο ο Τομ;

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " wapen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "wapen"

Φράσεις παρόμοιες με "wapen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "wapen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη