Μετάφραση του "watje" σε Ελληνικά

Οι δειλός, φοβητσιάρης, άνανδρος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "watje" σε Ελληνικά.

watje noun neuter γραμματική

Een persoon die het aan moed ontbreekt. [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • δειλός

    noun masculine

    Oh, ze geven die naamplaatjes niet aan watjes, Debbie.

    Δεν δίνουν αυτά τα ταμπελάκια σε δειλούς, Ντέμπι.

  • φοβητσιάρης

    Adjective masculine
  • άνανδρος

    noun masculine
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • φοβιτσιάρης
    • κιοτής
    • κότα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " watje " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "watje" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη