Μετάφραση του "watten" σε Ελληνικά
Το βαμβάκι είναι η μετάφραση του "watten" σε Ελληνικά.
watten
noun
γραμματική
-
βαμβάκι
noun neuterZe is haar make-up verwijderaar en watten vergeten.
Ξέχασε να φέρει καθαριστικό για μακιγιάζ και βαμβάκι.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " watten " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "watten" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
κακομαθαίνω · καλομαθαίνω
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη