Μετάφραση του "wedde" σε Ελληνικά

Το μισθός είναι η μετάφραση του "wedde" σε Ελληνικά.

wedde noun verb feminine γραμματική

Een vast geldbedrag betaald aan een werknemer, gewoonlijk gemeten op een maand of jaarbasis.

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • μισθός

    noun masculine

    Een vast geldbedrag betaald aan een werknemer, gewoonlijk gemeten op een maand of jaarbasis.

    De rest was geen wedde.

    Τα υπόλοιπα δεν αφορούσαν οφειλόμενους μισθούς.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " wedde " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "wedde" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • wed
    μπάρ
  • βάζω στοίχημα οτί · ποντάρω · στοιχηματίζω
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "wedde" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη