Μετάφραση του "wedden" σε Ελληνικά
Οι στοιχηματίζω, ποντάρω, βάζω στοίχημα οτί είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "wedden" σε Ελληνικά.
wedden
verb
noun
γραμματική
geld wagen op een toekomstige gebeurtenis
-
στοιχηματίζω
verbEn ik wil wedden dat de allee van je vrouw de breedste van allemaal is.
Και στοιχηματίζω, η σύζυγός σου θα είναι η δελεαστικότερη λεωφόρος σε όλο το κολέγιο.
-
ποντάρω
Verb verbIk ben bereid om te wedden op u en vertellen de dealer zijn kaart te draaien.
Είμαι διατεθειμένος να ποντάρω σε σένα και, να ρισκάρω.
-
βάζω στοίχημα οτί
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " wedden " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη