Μετάφραση του "week" σε Ελληνικά

Οι εβδομάδα, επταήμερο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "week" σε Ελληνικά.

week adjective noun verb feminine γραμματική

tijdseenheid van 7 dagen [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • εβδομάδα

    noun feminine

    Το χρονικό διάστημα που απαρτίζεται από επτά συνεχόμενα ημερονύκτια. [..]

    Ik zwem eenmaal per week.

    Κολυμπάω μία φορά την εβδομάδα.

  • επταήμερο

    noun neuter
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " week " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "week" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • διαβροχή · εβδομάδες · εμβάπτιση · εμποτισμός
  • Μεγάλη Εβδομάδα
  • γειτονιά · περίχωρα · συνοικία · τετράγωνο
  • δεκαπενθήμερο
  • Νέες αυτής της εβδομάδας
  • Νέες της περασμένης εβδομάδας
  • συνοικία
  • εβδομαδιαίος
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "week" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη