Μετάφραση του "weken" σε Ελληνικά

Οι διαβροχή, εμβάπτιση, εμποτισμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "weken" σε Ελληνικά.

weken verb noun γραμματική

door langdurig in een vloeistof te leggen zacht, plooibaar of beter wasbaar maken of worden

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • διαβροχή

    Het verwerkingsproces wordt geacht te hebben plaatsgevonden wanneer de gerst geweekt is.

    Η μεταποίηση θεωρείται ότι γίνεται όταν η εν λόγω κριθή υποστεί τη διαβροχή.

  • εμβάπτιση

    geldt er voor het roken een verbod op procedés zoals wassen, weken of besproeien met vloeibare rook;

    για τον υποκαπνισμό, απαγόρευση μεθόδων όπως η έκπλυση με καταιονισμό, η εμβάπτιση και ο ψεκασμός με υγρό καπνό·

  • εμποτισμός

    zaden 24 uur in water weken (9)

    εμποτισμός σπόρων σε νερό για 24 ώρες (9)

  • εβδομάδες

    noun

    Je zou niet zeggen dat je drie weken geleden bent bevallen.

    Δείχνεις πολύ καλά για μια γυναίκα που γέννησε πριν τρεις εβδομάδες.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " weken " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "weken" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "weken" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη