Μετάφραση του "weekmaker" σε Ελληνικά

Οι πλαστικοποιητής, Πλαστικοποιητές, αποσκληρυντικό (μαλακτικό) μέσο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "weekmaker" σε Ελληνικά.

weekmaker
+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • πλαστικοποιητής

    weekmaker in materialen en voorwerpen van kunststof voor herhaald gebruik die met niet-vette levensmiddelen in contact komen;

    πλαστικοποιητής για υλικά και αντικείμενα επανειλημμένης χρήσης που έρχονται σε επαφή με μη λιπαρά τρόφιμα·

  • Πλαστικοποιητές

    οργανικά μόρια τα οποία προστίθενται στα πολυμερή

    In de richtlijn worden zes verschillende weekmakers behandeld, verdeeld in twee groepen.

    Η οδηγία ασχολείται με έξι διαφορετικούς χημικούς πλαστικοποιητές που διαιρούνται σε δύο ομάδες.

  • αποσκληρυντικό (μαλακτικό) μέσο

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " weekmaker " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "weekmaker" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη