Μετάφραση του "weelde" σε Ελληνικά
Το πλούτος είναι η μετάφραση του "weelde" σε Ελληνικά.
weelde
noun
feminine
γραμματική
omstandigheden van overvloed waar men in leeft
-
πλούτος
noun masculineMaar er is hier zoveel weelde te zien, mijn vrouwe.
Με τέτοιο πλούτος εδώ κυρία μου.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " weelde " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη