Μετάφραση του "weerlegging" σε Ελληνικά

Οι απάντηση, ανασκευή, αναίρεση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "weerlegging" σε Ελληνικά.

weerlegging noun feminine γραμματική

een betoog waarmee men iets weerlegt

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • απάντηση

    noun feminine

    Ik geloof dat ik een meesterlijke weerlegging heb.

    Νομίζω ότι κατέληξα στην τέλεια απάντηση.

  • ανασκευή

    noun feminine

    In repliek doet Spanje weinig pogingen om de overtuigende weerlegging van zijn argumenten te weerspreken.

    Με το υπόμνημα της απαντήσεως, η Ισπανία ελάχιστα επιχειρεί να επιτύχει την πειστική ανασκευή των ισχυρισμών της Επιτροπής.

  • αναίρεση

    noun feminine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " weerlegging " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "weerlegging" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη