Μετάφραση του "weerloos" σε Ελληνικά

Οι ανυπεράσπιστος, απροστάτευτος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "weerloos" σε Ελληνικά.

weerloos adjective γραμματική

Hulploos of zonder bescherming.

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • ανυπεράσπιστος

    adjective

    Hulploos of zonder bescherming.

    Een anemoonvis. Een kleine, weerloze bewoner van het rif.

    Ένα ψάρι κλόουν, ένας μικρός και ανυπεράσπιστος κάτοικος του υφάλου.

  • απροστάτευτος

    adjective

    De Prins zal weerloos zijn.

    Ο πρίγκιπας θα είναι απροστάτευτος.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " weerloos " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "weerloos" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη