Μετάφραση του "weg" σε Ελληνικά
Οι οδός, δρόμος, λεωφόρος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "weg" σε Ελληνικά.
weg
noun
adverb
masculine
γραμματική
een smalle strook grond voor het verkeer [..]
-
οδός
noun feminineDe enige weg is nog steeds voor je open.
Η μόνη οδός που είναι ακόμα ανοιχτή για σένα.
-
δρόμος
noun masculineδιαδρομή, οδός στην ξηρά μεταξύ δύο περιοχών [..]
Tom kwam Mary tegen op weg naar school.
Ο Τομ συνάντησε τη Μαίρη στο δρόμο για το σχολείο.
-
λεωφόρος
noun feminineHey Brian, kun je geloven dat ik deze blazer aan de kant van de weg heb gevonden?
Hey, Brian, μπορείς να το πιστέψεις ότι βρήκα αυτό το σακάκι στη μία πλευρά της λεωφόρου;
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- απών
- μακριά
- διαδρομή
- αστική οδική αρτηρία
- έξω
- εκτός
- φάρμακο
- πορεία
- πόρος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " weg " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "weg" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ζυγίζω
-
όλοι οι δρόμοι οδηγούν στη Ρώμη
-
λεωφόρος
-
μεταναστευτική οδός φυτοφαρμάκων
-
χάθηκα
-
αποφεύγω
-
αδιέξοδο
-
Πολιτικών Μηχανικών
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη