Μετάφραση του "wegen" σε Ελληνικά
Το ζυγίζω είναι η μετάφραση του "wegen" σε Ελληνικά.
wegen
verb
noun
γραμματική
het gewicht/de massa bepalen
-
ζυγίζω
verbMijn ballen hoeven niet gewassen te worden om je vertellen hoeveel ik weeg.
Δεν χρειάζομαι τις σφαίρες μου που πλένονται για να σου πει πόσο ζυγίζω.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " wegen " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "wegen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
έξω · απών · αστική οδική αρτηρία · διαδρομή · δρόμος · εκτός · λεωφόρος · μακριά · οδός · πορεία · πόρος · φάρμακο
-
όλοι οι δρόμοι οδηγούν στη Ρώμη
-
λεωφόρος
-
μεταναστευτική οδός φυτοφαρμάκων
-
χάθηκα
-
αποφεύγω
-
αδιέξοδο
-
Πολιτικών Μηχανικών
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη