Μετάφραση του "werken" σε Ελληνικά
Οι δουλεύω, εργάζομαι, λειτουργώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "werken" σε Ελληνικά.
werken
verb
noun
γραμματική
arbeid verrichten, lichte vorm van zwoegen [..]
-
δουλεύω
verbEen specifieke taak volbrengen met het gebruik van lichamelijke of geestelijke vermogens.
Ik wil onder deze omstandigheden niet werken.
Δε θέλω να δουλεύω υπό αυτές τις συνθήκες.
-
εργάζομαι
verbarbeid verrichten, lichte vorm van zwoegen
Ze werkt als een kantoordame.
Αυτή εργάζεται ως υπάλληλος γραφείου.
-
λειτουργώ
verbarbeid verrichten, lichte vorm van zwoegen
De batterij van mijn telefoon werkt niet meer.
Η μπαταρία του κινητού μου δε λειτουργεί πλέον.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- εργασία
- επενεργώ
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " werken " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "werken" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Εργασία
-
Κοινωνική εργασία
-
λειτουργώ
-
υγεία κατά την εργασία
-
λειτουργική ουσία
-
Κατάληψη · άθλος · έγγραφο · έργο · αγγαρεία · απασχόληση · δουλειά · εργασία · πόστο
-
ανώνυμο έργο
-
Τηλέφωνο εργασίας
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη