Μετάφραση του "werpen" σε Ελληνικά

Οι ρίχνω, πετώ, χύνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "werpen" σε Ελληνικά.

werpen verb γραμματική

met een krachtige zwaai van de arm iets uit de hand naar iets of iemand heen laten gaan [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • ρίχνω

    verb

    Misschien kan hij wat licht op de zaak werpen.

    δει αν θα μπορούσε να ρίξει λίγο φως.

  • πετώ

    verb

    Daardoor wordt het slachtofferjuist van de stroombron af geworpen.

    Προκαλεί συστολή του μυ, η οποία πετάει το θύμα μακριά από την πηγή του ρεύματος.

  • χύνω

    verb
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " werpen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "werpen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "werpen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη