Μετάφραση του "wervel" σε Ελληνικά
Οι σπόνδυλος, σπόνδυλ ος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "wervel" σε Ελληνικά.
wervel
noun
verb
masculine
γραμματική
bot van de wervelkolom [..]
-
σπόνδυλος
noun masculineElk van de kleine botten die samen de ruggengraat.
Hij kan een wervel in zijn nek geknakt hebben.
Μπορεί να του γύρισε κανένας σπόνδυλος στο λαιμό.
-
σπόνδυλ ος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " wervel " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "wervel"
Φράσεις παρόμοιες με "wervel" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
σπονδυλι κός · σπονδυλικός · σπονδυλωτός
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη