Μετάφραση του "wettelijk" σε Ελληνικά

Το νόμιμος είναι η μετάφραση του "wettelijk" σε Ελληνικά.

wettelijk adjective adverb γραμματική

in overeenstemming met de wet

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • νόμιμος

    adjective masculine

    De wettelijke controle van jaarrekeningen moet garanderen dat van dat privilege geen misbruik wordt gemaakt.

    Ο νόμιμος έλεγχος είναι έτσι σχεδιασμένος ώστε να αποφεύγονται φαινόμενα κατάχρησης αυτού του προνομίου.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " wettelijk " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "wettelijk" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "wettelijk" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη