Μετάφραση του "wijd" σε Ελληνικά

Οι ευρύς, πλατύς, φαρδύς είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "wijd" σε Ελληνικά.

wijd adjective verb γραμματική

Het bestaan van een grote afstand tussen twee punten, in het bijzonder horizontaal. [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • ευρύς

    adjective masculine

    Het bestaan van een grote afstand tussen twee punten, in het bijzonder horizontaal.

  • πλατύς

    adjective

    Houd je bovenkant laag en je blik wijd

    Κράτα την ομιλία χαμηλή και το βλέμμα πλατύ

  • φαρδύς

    adjective
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ευρεία
    • εκτενές
    • απέραντο
    • απέραντη
    • απέραντος
    • εκτενής
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " wijd " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "wijd" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "wijd" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη