Μετάφραση του "wijden" σε Ελληνικά
Οι αφιερώνω, ευλογώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "wijden" σε Ελληνικά.
wijden
verb
γραμματική
Zich volledig aan een specifieke persoon, activiteit of zaak geven.
-
αφιερώνω
verbZijn vader wijdde zijn leven aan de wetenschap.
Ο πατέρας του αφιέρωσε τη ζωή του στην επιστήμη.
-
ευλογώ
verb
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " wijden " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "wijden" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
απέραντη · απέραντο · απέραντος · εκτενές · εκτενής · ευρεία · ευρύς · πλατύς · φαρδύς
-
γουρλώνω
-
άγιος
-
παντού
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη