Μετάφραση του "wil" σε Ελληνικά
Οι θέληση, βούληση, θα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "wil" σε Ελληνικά.
wil
noun
verb
masculine
γραμματική
De bedoeling, het verlangen en de beslissing van een persoon.
-
θέληση
noun feminineWaar een wil is, is een weg.
Όπου υπάρχει θέληση υπάρχει και τρόπος.
-
βούληση
noun feminineDe verkoop benadrukt de gezamenlijke wil om de bank duurzaam te herstructureren.
Η πώληση υπογραμμίζει την κοινή βούληση για εντατική αναδιάρθρωση της τράπεζας.
-
θα
Ik wil weten op welk tijdstip de vergadering begint.
Θέλω να ξέρω πότε θα αρχίσει η συνάντηση.
-
Βούληση
begrip
De verkoop benadrukt de gezamenlijke wil om de bank duurzaam te herstructureren.
Η πώληση υπογραμμίζει την κοινή βούληση για εντατική αναδιάρθρωση της τράπεζας.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " wil " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "wil" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
για το Θεό · για όνομα του Θεού
-
άγριο φυτό
-
Αρκόκυκνος
-
αγριόγατος · γάτα
-
διαθήκη
-
αγριόγατος · γάτα
-
Βούληση
-
Αγριόγατα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη