Μετάφραση του "wilde" σε Ελληνικά
Οι βάρβαρος, απολίτιστος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "wilde" σε Ελληνικά.
wilde
noun
adjective
verb
abbreviation
masculine
feminine
γραμματική
-
βάρβαρος
noun masculineDe wilde Mikaelsons die heldhaftig een groot kwaad verslaan.
Οι βάρβαροι Μάικλσον συνθλίβουν ηρωικά ένα μεγάλο κακό.
-
απολίτιστος
noun masculineEen wilde schoot een andere en mij stuur je naar huis?
Ένας απολίτιστος πυροβολεί έναν άλλον και με στέλνετε σπίτι;
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " wilde " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "wilde" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Βούληση · βούληση · θέληση · θα
-
αγριογούρουνο · αγριόχοιρος · κάπρος
-
άγριο θηλαστικό
-
άγριος · αιμοβόρος · θηράματα · θηράματα (κυνήγι) · κυνήγι · πρωτόγονος
-
για το Θεό · για όνομα του Θεού
-
άγριο φυτό
-
Αρκόκυκνος
-
ενδιαίτημα άγριας ζωής
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη