Μετάφραση του "wilde" σε Ελληνικά

Οι βάρβαρος, απολίτιστος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "wilde" σε Ελληνικά.

wilde noun adjective verb abbreviation masculine feminine γραμματική
+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • βάρβαρος

    noun masculine

    De wilde Mikaelsons die heldhaftig een groot kwaad verslaan.

    Οι βάρβαροι Μάικλσον συνθλίβουν ηρωικά ένα μεγάλο κακό.

  • απολίτιστος

    noun masculine

    Een wilde schoot een andere en mij stuur je naar huis?

    Ένας απολίτιστος πυροβολεί έναν άλλον και με στέλνετε σπίτι;

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " wilde " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "wilde" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "wilde" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη