Μετάφραση του "wimper" σε Ελληνικά

Οι βλεφαρίδα, ματόκλαδο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "wimper" σε Ελληνικά.

wimper noun masculine γραμματική

Haar, dat groeit op het ooglid, rond de ogen. [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • βλεφαρίδα

    noun feminine

    Een van de haren die groeit op het ooglid, rond de ogen.

    Net zoals je wimpers bij je ogen horen.

    ακριβώς όπως οι βλεφαρίδες είναι με τα μάτια.

  • ματόκλαδο

    noun neuter

    Een van de haren die groeit op het ooglid, rond de ogen.

    Dit is de dikste wimper die ik ooit heb gezien.

    Κακά τα ψέματα, αυτό είναι το πιο χοντρό ματόκλαδο που έχω δει ποτέ.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " wimper " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "wimper"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "wimper" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη