Μετάφραση του "winden" σε Ελληνικά
Οι περιελίσσω, τυλίγω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "winden" σε Ελληνικά.
winden
verb
noun
γραμματική
een draad of kabel draaiend op een as of klos aanbrengen
-
περιελίσσω
-
τυλίγω
verb
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " winden " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "winden" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
πληγώνω · τραυματίζω
-
Άνεμος · άνεμος · αέρας · αέριο · εκφύσημα · κλάνω · κλανιά · πέρδομαι · πορδή
-
πληγή
-
κακοκαιρία
-
κλάνω · κλανιά · πέρδω · πορδή
-
αγιάζι · αναπνοή · πνοή
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη