Μετάφραση του "Asymptota" σε Ελληνικά

Οι Ασύμπτωτες συνάρτησης, ασύμπτωτη, ασύμπτωτος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Asymptota" σε Ελληνικά.

Asymptota
+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • Ασύμπτωτες συνάρτησης

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Asymptota " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

asymptota noun feminine γραμματική

mat. prosta, do której dąży dana krzywa lub wykres danej funkcji; [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • ασύμπτωτη

    feminine

    mat. matematyka, matematyczny prosta, do której dąży dana krzywa lub wykres danej funkcji; [..]

    Czuję sie nieco jak funkcja arcus tangens, która podąża do asymptoty.

    Αισθάνομαι σα μια αντίστροφη συνάρτηση εφαπτομένης που πλησιάζει μια ασύμπτωτη.

  • ασύμπτωτος

    feminine

Εικόνες με "Asymptota"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Asymptota" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη