Μετάφραση του "Bogactwo" σε Ελληνικά

Οι Πλούτος, πλούτος, ευμάρεια είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Bogactwo" σε Ελληνικά.

Bogactwo
+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • Πλούτος

    Bogactwo jest tutaj, lecz mieszkańcy nie mają do niego dostępu.

    Ο πλούτος είναι εκεί, αλλά οι κάτοικοι της, δεν έχουν πρόσβαση σε αυτόν.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Bogactwo " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

bogactwo noun neuter γραμματική

majątek, posiadane dobra o dużej wartości [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • πλούτος

    noun masculine

    w lm: bogactwa → kosztowności, skarby [..]

    Są rzeczy, których nawet władza i bogactwo nie są w stanie ci zapewnić.

    Υπάρχουν πράγματα που όλη η δύναμη και ο πλούτος δεν μπορούν να σου τα φέρουν.

  • ευμάρεια

    noun feminine

    Bogactwo i rozrzutność były jedynym sposobem, by mógł poczuć władzę.

    Η ευμάρεια, το άσκοπο ξόδεμα χρημάτων ήταν ο μόνος τρόπος να νοιώσει δυνατός.

  • πλούτη

    noun

    I wiecznie trwające życie w bogactwie, władzę i komfort.

    Μια αιώνια ζωή στα πλούτη, δύναμη και άνεση.

Φράσεις παρόμοιες με "Bogactwo" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Bogactwo" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη