Μετάφραση του "Bonsai" σε Ελληνικά

Οι Μπονσάι, μπονσάι, δέντρο μπονσάι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Bonsai" σε Ελληνικά.

Bonsai
+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • Μπονσάι

    Uśmierciłam moje drzewko bonsai, przez nadmiar przycinania.

    Σκότωσα το Μπονσάι δέντρο μου με το να το κουρέψω πολύ.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Bonsai " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

bonsai noun neuter masculine γραμματική

ogrod. japońska sztuka uprawy ozdobnych drzew, polegający na ich skarlaniu i odpowiednim formowaniu; [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • μπονσάι

    noun neuter masculine

    ogrod. japońska sztuka uprawy ozdobnych drzew, polegający na ich skarlaniu i odpowiednim formowaniu; [..]

    Ten trójkąt przedstawia 3 podstawowe cnoty niezbędne do stworzenia bonsai.

    Αυτό το τρίγωνο αντιπροσωπεύει τις 3 βασικές αρετές που είναι απαραίτητες για να δημιουργήσεις ένα μπονσάι.

  • δέντρο μπονσάι

    noun

Εικόνες με "Bonsai"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Bonsai" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη