Μετάφραση του "bor" σε Ελληνικά
Το βόριο είναι η μετάφραση του "bor" σε Ελληνικά.
chem. pierwiastek chemiczny o symbolu B i liczbie atomowej 5; [..]
-
βόριο
noun neuter(B) pierwiastek chemiczny z grupy glinowców, liczba atomowa 5, niemetal, trudno topliwy czarny proszek; w przyrodzie występuje w małych ilościach (kwas borowy i jego sole, borany); stosowany w przemyśle chemicznym, w hutnictwie szkła i w obróbce cieplnej stali [..]
Ponadto opłacalne gospodarczo może okazać się uzyskiwanie minerałów rozpuszczonych w wodzie morskiej, takich jak bor czy lit.
Μπορεί επίσης να καταστεί οικονομικά εφικτός η αφαίρεση διαλελυμένων ορυκτών, όπως είναι το βόριο ή το λίθιο, από το θαλασσινό νερό.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " bor " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
miasto we wschodniej Serbii
"Bor" στο λεξικό Πολωνικά - Ελληνικά
Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Bor στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.
= hist. Biuro Ochrony Rządu; [..]
"BOR" στο λεξικό Πολωνικά - Ελληνικά
Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το BOR στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.
Εικόνες με "bor"
Φράσεις παρόμοιες με "bor" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Τριιωδιούχο βόριο
-
Βοριοτριβρωμίδιο
-
Βοριοτριφθορίδιο
-
άλσος · βόριο · δάσος · δρυμός