Μετάφραση του "Cumowanie" σε Ελληνικά

Οι Ελλιμενισμός, πρόσδεση, σκάφος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Cumowanie" σε Ελληνικά.

Cumowanie
+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • Ελλιμενισμός

    Do technicznych usług morskich należą holowanie, pilotaż i cumowanie.

    Τεχνικοναυτιλιακές υπηρεσίες είναι η πλοήγηση, η ρυμούλκηση και ο ελλιμενισμός.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Cumowanie " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

cumowanie noun

rzecz. odczas. rzeczownik odczasownikowy od: cumować (nazwa czynności) [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • πρόσδεση

    feminine

    rzecz. odczas. od: cumowaćKategoria:Zerwane miękkie przekierowaniaKategoria:Język polski - rzeczowniki odczasownikowe [..]

    Wsparcie żeglugowe to wsparcie udzielane przez holowniki lub cumowniki polegające na pomocy w bezpiecznej żegludze i cumowaniu.

    Ως ναυτική υποστήριξη νοείται η υποστήριξη που παρέχεται από ρυμουλκά ή λεμβούχους για την ασφαλή πλοήγηση και πρόσδεση.

  • σκάφος

    noun

    rzecz. odczas. od: cumowaćKategoria:Zerwane miękkie przekierowaniaKategoria:Język polski - rzeczowniki odczasownikowe [..]

    Jeśli Grey cumuje łódkę na końcu pasa startowego, to teoretycznie mógł zwyczajnie wejść do samolotu.

    Αν ο Γκρέι δέσει το σκάφος του εδώ, στο τέλος του διαδρόμου,... θεωρητικά μπορεί να πάει και περπατώντας σε ένα αεροπλάνο.

Εικόνες με "Cumowanie"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Cumowanie" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη