Μετάφραση του "cukrzyk" σε Ελληνικά

Το διαβητικός είναι η μετάφραση του "cukrzyk" σε Ελληνικά.

cukrzyk Noun noun masculine γραμματική

med. osoba cierpiąca na cukrzycę [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • διαβητικός

    masculine

    Nie rozumiałam tego, dopóki nie dowiedziałam się o cukrzycy szeryfa i o tym, że cierpiał na kwasicę.

    Δεν μπορούσα να βγάλω νόημα, εώς ότου έμαθα ότι ο σερίφης ήταν διαβητικός... και συχνά υπέφερε από οξέωση.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " cukrzyk " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "cukrzyk"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "cukrzyk" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη