Μετάφραση του "Estonka" σε Ελληνικά
Το Εσθονή είναι η μετάφραση του "Estonka" σε Ελληνικά.
Estonka
Noun
noun
feminine
γραμματική
kobieta lub dziewczyna narodowości estońskiej, obywatelka Estonii [..]
-
Εσθονή
noun femininekobieta lub dziewczyna narodowości estońskiej [..]
Młoda Estonka, Hilda Ang, usłyszała dobrą nowinę od przyjaciółek.
Μια νεαρή Εσθονή, η Χίλντα Ανγκ, άκουσε για την αλήθεια από κάποιες φίλες της.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Estonka " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη