Μετάφραση του "estrogen" σε Ελληνικά

Οι οιστρογόνο, οιστρογόνων είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "estrogen" σε Ελληνικά.

estrogen Noun noun masculine γραμματική

fizj. żeński hormon płciowy; [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • οιστρογόνο

    neuter

    Chodzi o substancje, które naśladują hormony, najczęściej żeński hormon estrogen.

    Πρόκειται για ουσίες που τείνουν να μιμούνται τη λειτουργία των ορμονών, συνήθως τη γυναικεία ορμόνη οιστρογόνο.

  • οιστρογόνων

    Właśnie teraz, ludzka gonadotropina kosmówkowa wspomaga produkcję estrogenu i progesteronu.

    Αυτή τη στιγμή, η ανθρώπινη χοριακή γοναδοτροπίνη διευκολύνει την παραγωγή των οιστρογόνων και της προγεστερόνης.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " estrogen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "estrogen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "estrogen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη