Μετάφραση του "Islandczyk" σε Ελληνικά

Το Ισλανδός είναι η μετάφραση του "Islandczyk" σε Ελληνικά.

Islandczyk noun masculine γραμματική

człowiek narodowości islandzkiej, obywatel Islandii, mieszkaniec Islandii [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • Ισλανδός

    noun masculine

    Islandczyk daje nam lekcję.

    Ο Ισλανδός μάς βάζει τα γυαλιά.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Islandczyk " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Islandczyk" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη