Μετάφραση του "Piła" σε Ελληνικά

Οι Πριόνι, πριόνι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Piła" σε Ελληνικά.

Piła noun feminine γραμματική

geogr. miasto powiatowe w województwie wielkopolskim; [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • Πριόνι

    narzędzie

    Piła do betonu i metalu w jednym.

    Πριόνι τσιμέντου και μετάλλου σε ένα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Piła " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

piła noun verb feminine γραμματική

techn. narzędzie tnące z zębatym ostrzem; [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • πριόνι

    noun neuter

    Narzędzie z zębatym ostrzem używane do przecinania twardych substancji, zwłaszcza drewna lub metalu.

    Tu są źle rozpoczęte nacięcia, co sugeruje, że była to piła ręczna.

    Αυτές είναι πρώτες εγκοπές, που υπονοούν χειρωνακτικό πριόνι.

Εικόνες με "Piła"

Φράσεις παρόμοιες με "Piła" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Piła" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη