Μετάφραση του "piktogram" σε Ελληνικά

Το εικονόγραμμα είναι η μετάφραση του "piktogram" σε Ελληνικά.

piktogram noun masculine γραμματική

pojęcie przedstawione obrazem; [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • εικονόγραμμα

    Może mu towarzyszyć piktogram lub inny znak wyraźnie wskazujący na szczególne zagrożenie lub zastosowanie.

    Μπορεί να συνοδεύεται από εικονόγραμμα ή άλλο τυχόν σήμα που υποδεικνύει κυρίως ειδικό κίνδυνο ή χρήση.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " piktogram " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "piktogram" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη