Μετάφραση του "Walec" σε Ελληνικά

Οι Οδοστρωτήρας, οδοστρωτήρας, κύλινδρος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Walec" σε Ελληνικά.

Walec Proper noun γραμματική
+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • Οδοστρωτήρας

    Nie dbam o to, czy potrąciła cię ciężarówka, czy rozjechał walec.

    Δε με νοιάζει κι αν σε πάτησε φορτηγό ή οδοστρωτήρας.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Walec " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

walec noun masculine γραμματική

pojazd budowlany, z szerokim kołem na przedniej osi, służący do wyrównywania nawierzchni; [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • οδοστρωτήρας

    noun masculine

    pojazd budowlany, z szerokim kołem na przedniej osi, służący do wyrównywania nawierzchni;

    Nie dbam o to, czy potrąciła cię ciężarówka, czy rozjechał walec.

    Δε με νοιάζει κι αν σε πάτησε φορτηγό ή οδοστρωτήρας.

  • κύλινδρος

    noun masculine

    Układałem sześciany z sześcianami, a walce z walcami.

    Έβαλα τους κύβους με τους κύβους και κυλίνδρους με τους κυλίνδρους.

  • Κύλινδρος

    Układałem sześciany z sześcianami, a walce z walcami.

    Έβαλα τους κύβους με τους κύβους και κυλίνδρους με τους κυλίνδρους.

Εικόνες με "Walec"

Φράσεις παρόμοιες με "Walec" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Walec" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη