Μετάφραση του "waleczny" σε Ελληνικά

Το γενναίος είναι η μετάφραση του "waleczny" σε Ελληνικά.

waleczny Adjective adjective noun masculine γραμματική

odznaczający się męstwem, odwagą w walce

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • γενναίος

    adjective masculine

    Dobry żołnierz to w większości tchórz i czasem waleczny.

    Ο καλός στρατιώτης είναι συνήθως δειλός και σπάνια γενναίος.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " waleczny " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "waleczny" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη