Μετάφραση του "Wanilina" σε Ελληνικά
Το βανιλίνη είναι η μετάφραση του "Wanilina" σε Ελληνικά.
Wanilina
-
βανιλίνη
związek chemiczny
Żółtka w proszku można zastąpić żółtkami świeżymi, a wanilię – waniliną.
Οι κρόκοι αυγού σε σκόνη μπορούν να αντικατασταθούν από νωπούς κρόκους αυγού και η βανίλια από βανιλίνη.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Wanilina " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
wanilina
noun
feminine
biochem. spoż. aromatyczna substancja występująca w owocach wanilii, otrzymywana również syntetycznie;
+
Προσθήκη μετάφρασης
Προσθήκη
"wanilina" στο λεξικό Πολωνικά - Ελληνικά
Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το wanilina στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη