Μετάφραση του "wanilia" σε Ελληνικά

Το βανίλια είναι η μετάφραση του "wanilia" σε Ελληνικά.

wanilia noun feminine γραμματική

bot. rodzaj roślin jednoliściennych z rodziny storczykowatych; [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • βανίλια

    noun feminine

    bot. botanika rodzaj roślin jednoliściennych z rodziny storczykowatych; [..]

    Wymieszaj mleko, cukier, wanilię, jajka, wiśniówkę i sól.

    Χτυπήστε γάλα, ζάχαρη βανίλια, αβγά, κιρς και αλάτι.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " wanilia " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "wanilia"

Φράσεις παρόμοιες με "wanilia" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "wanilia" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη