Μετάφραση του "abstrakt" σε Ελληνικά

Οι αφαίρεση, αφηρημένο αντικείμενο, περίληψη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "abstrakt" σε Ελληνικά.

abstrakt Noun noun masculine γραμματική

filoz. pojęcie ogólne utworzone w wyniku abstrahowania, niemające odpowiednika w konkretnym rzeczywistym przedmiocie [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • αφαίρεση

    noun feminine
  • αφηρημένο αντικείμενο

    przedmiot nierozpoznawalny za pomocą zmysłów

  • περίληψη

    noun feminine

    i każdą z nich zredukowaliśmy do krótkiego abstraktu.

    και τη συμπυκνώσαμε σε μια μικρή περίληψη.

  • σύνοψη

    noun feminine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " abstrakt " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "abstrakt" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη