Μετάφραση του "abstynencja" σε Ελληνικά

Οι αποχή, εγκράτεια είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "abstynencja" σε Ελληνικά.

abstynencja noun feminine γραμματική

med. powstrzymywanie się głównie przed piciem alkoholu; w szerszym znaczeniu także od wszelkich używek, seksu itp.; [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • αποχή

    noun

    A nawet jeśli bardzo chcecie być pragmatyczni, abstynencja to nadal dobry wybór.

    Ακόμη κι αν ψηφίζετε πραγματισμό πάλι η σωστή απάντηση είναι αποχή.

  • εγκράτεια

    noun

    Nasz pastor wygłasza kazanie o abstynencji seksualnej nastolatków w tą sobotę.

    Ο πάστοράς μας θα κάνει κήρυγμα για την εγκράτεια των εφήβων αυτήν την Κυριακή.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " abstynencja " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "abstynencja" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη