Μετάφραση του "abulia" σε Ελληνικά
Το αβουλία είναι η μετάφραση του "abulia" σε Ελληνικά.
abulia
Noun
noun
feminine
γραμματική
med. chorobliwe osłabienie lub brak woli w podejmowaniu decyzji
-
αβουλία
nounTo abulia, niemożność podjęcia decyzji albo działania.
Λέγεται αβουλία, η ανικανότητα να πάρεις μια απόφαση, ή να δείξεις θέληση.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " abulia " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη