Μετάφραση του "acetamid" σε Ελληνικά
Οι Αιθαναμίδιο, αιθαναμίδιο, ακεταμίδιο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "acetamid" σε Ελληνικά.
acetamid
noun
masculine
γραμματική
chem. związek organiczny z grupy amidów o wzorze sumarycznym C 2H 5NO, pochodna kwasu octowego, bezbarwne krystaliczne ciało stałe, wykorzystywany w przemyśle tworzyw sztucznych, w spawalnictwie oraz do produkcji lakierów i materiałów wybuchowych; [..]
-
Αιθαναμίδιο
χημική ένωση
-
αιθαναμίδιο
-
ακεταμίδιο
– – – Acetamid lub asparaginaza oraz jej sole
– – – Ακεταμίδιο ή ασπαραγγίνη και τα άλατά της
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " acetamid " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "acetamid"
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη