Μετάφραση του "acetylen" σε Ελληνικά

Το ακετυλένιο είναι η μετάφραση του "acetylen" σε Ελληνικά.

acetylen noun masculine γραμματική

chem. pot. alkin [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • ακετυλένιο

    neuter

    chem. chemia, chemiczny, [..]

    W przypadku substancji i mieszanin, które są nietrwałe w temperaturze otoczenia, takich jak acetylen

    Για ουσίες και μείγματα τα οποία είναι ασταθή στις θερμοκρασίες περιβάλλοντος, όπως το ακετυλένιο

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " acetylen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "acetylen"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "acetylen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη