Μετάφραση του "adular" σε Ελληνικά

Οι αδουλαίος, Αδουλαίος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "adular" σε Ελληνικά.

adular Noun noun masculine γραμματική

miner. minerał z grupy krzemianów; [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • αδουλαίος

    noun masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " adular " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Adular
+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • Αδουλαίος

Εικόνες με "adular"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "adular" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη