Μετάφραση του "adwent" σε Ελληνικά
Οι σαρανταήμερο, Σαρανταήμερο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "adwent" σε Ελληνικά.
adwent
noun
masculine
γραμματική
kult. rel. w kalendarzu chrześcijańskim okres około czterech tygodni (dawniej czterdziestu dni) przed Bożym Narodzeniem, przygotowujący do uroczystości Narodzenia Pańskiego, symbolizujący oczekiwanie na przyjście Mesjasza; ; [..]
-
σαρανταήμερο
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " adwent " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Adwent
-
Σαρανταήμερο
Σαρανταήμερο (νηστεία)
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη