Μετάφραση του "adwokat" σε Ελληνικά

Οι δικηγόρος, συνήγορος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "adwokat" σε Ελληνικά.

adwokat noun masculine feminine γραμματική

praw. prawnik udzielający porad i prowadzący sprawy klientów w sądzie; [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • δικηγόρος

    noun masculine

    επαγγελματίας νομικός που βοηθά πελάτες και τους αντιπροσωπεύει σε δικαστήρια [..]

    W związku z tym elektroniczny certyfikat adwokata jest ważny, o ile jest on wpisany do krajowej bazy adwokatów.

    Συνεπώς, το ηλεκτρονικό πιστοποιητικό ισχύει για όσο χρόνο ο δικηγόρος είναι εγγεγραμμένος στο εθνικό μητρώο δικηγόρων.

  • συνήγορος

    noun masculine

    Mam drużynę utalentowanych adwokatów, którzy będą mnie reprezentować.

    Έχω μια δολοφονική σειρά από πολύ ταλαντούχους συνηγόρους που περιμένουν να με αντιπροσωπεύσουν.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " adwokat " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "adwokat"

Φράσεις παρόμοιες με "adwokat" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "adwokat" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη