Μετάφραση του "aerograf" σε Ελληνικά
Οι μικροψεκαστήρας, πιστολάκι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "aerograf" σε Ελληνικά.
aerograf
Noun
noun
masculine
γραμματική
techn. urządzenie malarskie rozpylające farbę za pomocą sprężonego powietrza;
-
μικροψεκαστήρας
-
πιστολάκι
Noun
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " aerograf " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη