Μετάφραση του "aerometr" σε Ελληνικά

Το αερόμετρο είναι η μετάφραση του "aerometr" σε Ελληνικά.

aerometr Noun noun masculine γραμματική

fiz. przyrząd do pomiaru gęstości gazu [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • αερόμετρο

    Noun neuter

    fiz. przyrząd do pomiaru gęstości gazu [..]

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " aerometr " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "aerometr"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "aerometr" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη