Μετάφραση του "afekt" σε Ελληνικά

Το στοργή είναι η μετάφραση του "afekt" σε Ελληνικά.

afekt Noun noun masculine γραμματική

psych. wszelkie poruszenie lub wzruszenie umysłu [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • στοργή

    noun feminine

    Kiedy dusza zaznała afektu, chętniej korzysta z jego zalet.

    Όταν μια ψυχή έχει γνωρίσει τη στοργή, την εκτιμά περισσότερο.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " afekt " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "afekt" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη