Μετάφραση του "afektacja" σε Ελληνικά

Το επιτήδευση είναι η μετάφραση του "afektacja" σε Ελληνικά.

afektacja Noun noun feminine γραμματική

przesada w okazywaniu uczuć, egzaltacja; wyrażanie uczuć (poprzez zachowywanie się, wypowiadanie się) w sposób przesadny, sztuczny, afektowany

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • επιτήδευση

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " afektacja " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "afektacja" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη